χαιρετίσματα
•
- η ενέργεια με την οποία χαιρετώ κάποιον που βρίσκεται μακριά μέσω τρίτου Βικιλεξικό
- Είδα τον Αντώνη και σου στέλνει χαιρετίσματα.
- Εις το επανιδείν, κύριε Καζούλη. Και τα χαιρετίσματά μου στη σύζυγο (Κατερίνα Καριζώνη-Χεκίμογλου, Τσάι με τον Καβάφη: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 77)
- ειρωνικάσε έκφραση δυσπιστίας ή/και απαισιοδοξίας Βικιλεξικό
- Ο κανακάρης τους να πιάσει δουλειά; Χαιρετίσματα!
Ετυμολογία
χαιρετίσματα < πληθυντικός αριθμός του χαιρέτισμα < χαιρετίζω + -μα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →