Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαιρετισμός

/çe.ɾe.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ως ευχή που δείχνει καλή διάθεση προς τον χαιρετούμενο Βικιλεξικό
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ γεια σας! (υγεία σας) – καλημέρα – καλησπέρα
  2. ως απόδοση τιμών προς εκπρόσωπο κράτους ή καλλιτέχνη ή για εορτασμό εθνικών επετείων Βικιλεξικό
    • Όταν στις Κάννες βραβεύθηκε η Μελίνα Μερκούρη υψώθηκε στο χώρο του φεστιβάλ σε ένδειξη χαιρετισμού η ελληνική σημαία.
    • Στις 11 Νοεμβρίου στην Καστοριά γιορτάζουν την απελευθέρωση της πόλης με κανονιοβολισμούς σε ένδειξη χαιρετισμού της επετείου
  3. ως δήλωση μη εχθρότητας και μη απειλής Βικιλεξικό
    • Ο χαιρετισμός διά χειραψίας αλλά και το αγκάλιασμα καθιερώθηκαν διεθνώς επειδή αποδείκνυαν ότι δύο άνδρες δεν κρατούσαν όπλα στο δεξί χέρι τους.
    • Όταν μπαίνει πολεμικό πλοίο σε λιμάνι ο εθιμοτυπικός χαιρετισμός είναι 21 κανονιοβολισμοί.
  4. ως δήλωση υποτέλειας ή βαθύτατου σεβασμού Βικιλεξικό
  5. ως δήλωση φιλίας και αγάπης Βικιλεξικό
  6. ως συναδελφική ή άλλου είδους αλληλεγγύη ή ένδειξη ταυτότητας απόψεων Βικιλεξικό
    • Στις εθνικές οδούς οι μοτοσικλετιστές σε ένδειξη χαιρετισμού αναβοσβήνουν τα φώτα τους.
    • Μετά το Πάσχα οι χριστιανοί συνήθιζαν αντί για άλλο χαιρετισμό να λένε «Χριστός Ανέστη» και ο χαιρετούμενος να απαντά «Αληθώς ανέστη».
  7. ως ένδειξη αναγνώρισης από απόσταση Βικιλεξικό
  8. ως ένδειξη πειθαρχίας και υπακοής Βικιλεξικό
    • Οι στρατιωτικοί απευθύνουν χαιρετισμό με καθορισμένο τρόπο.
    • Ο χαιρετισμός της σημαίας γίνεται σε στάση προσοχής.

Ετυμολογία

χαιρετισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαιρετισμός & αγγλική ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική salutation. Δείτε: χαιρετίζω < χαίρε (προστακτική του ρήματος χαίρω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαιρετισμόςχαιρετισμοί
Γενικήχαιρετισμούχαιρετισμών
Αιτιατικήχαιρετισμόχαιρετισμούς
Κλητικήχαιρετισμέχαιρετισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →