χακεριά
•
- πληροφορικήη δικτυοπειρατεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χακεριά < χάκερ + -ιά < αγγλική hack < δυτική πρωτογερμανική *hakkōn < πρωτογερμανική *hakkōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keg- / *keng-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χακεριά | χακεριές |
| Γενική | χακεριάς | χακεριών |
| Αιτιατική | χακεριά | χακεριές |
| Κλητική | χακεριά | χακεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →