χαλάκι
•
- το μικρό χαλί Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη μικρή σε διαστάσεις αναβαθμίδα, ή κάποιο τμήμα μεγάλης (στη Νάξο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλάκι < χαλί + κατάληξη υποκοριστικού -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλάκι | χαλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χαλάκι | χαλάκια |
| Κλητική | χαλάκι | χαλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →