χαλάλι
•
- για κάτι που το θυσιάζω, το προσφέρω, το ξοδεύω με ευχαρίστηση, αν και είναι πολύτιμο ή κοστίζει πολλά Βικιλεξικό
- Χαλάλι σου! Το αξίζεις!
- Χαλάλι τα λεφτά που έδωσα για το πιάνο του παιδιού!
- Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο, / βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ' αχείλι φιλημένο / και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη. / «Τάχα το ποιος μου το 'κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;» / Αν είν' από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει, / κι αν είν' από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει! (από ηπειρώτικο δημοτικό) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ετυμολογία
χαλάλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حَلٰالْ (helal) + -ι (τουρκικά helal και ιδιωματικό halal) < αραβική حَلَالٌ (ḥalālun, που επιτρέπεται, νόμιμο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →