χαλάρωμα
•
- για ανθρώπουςτο αποτέλεσμα του χαλαρώνω, η χαλάρωση, σωματική (με χαλάρωση των μυών) και ψυχική (με αποφυγή του στρες) Βικιλεξικό
- το να αφήνεται μπόσικο, λάσκα κάτι που σφίγγει -ένα σκοινί, μια ζώνη, ο κόμπος της γραβάτας Βικιλεξικό
- το να γίνεται χαλαρό κάτι που πολλοί θεωρούν χρήσιμο να είναι σφιχτό (οικογενειακοί δεσμοί, ηθική, η σχέση του ατόμου με τη θρησκεία κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλάρωμα < χαλαρώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλάρωμα | χαλαρώματα |
| Γενική | χαλαρώματος | χαλαρωμάτων |
| Αιτιατική | χαλάρωμα | χαλαρώματα |
| Κλητική | χαλάρωμα | χαλαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →