χαλαζασφάλεια
•
- ασφαλιστική κάλυψη ενός αγρότη από τις ζημίες που προκαλεί η χαλαζόπτωση (η οποία όμως εξακολουθεί να αναφέρεται ως «ασφαλιστική κάλυψη για το χαλάζι» ή όταν αυτή δεν παρέχεται, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «αποζημίωση για χαλαζόπτωση»). Για κάλυψη ζημιών σε ΙΧ από χαλάζι ο όρος είναι «κάλυψη από χαλαζόπτωση». Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλαζασφάλεια < χαλάζι και ασφάλεια (νεολογισμός κατά το πυρασφάλεια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλαζασφάλεια | χαλαζασφάλειες |
| Γενική | χαλαζασφάλειας | χαλαζασφαλειών |
| Αιτιατική | χαλαζασφάλεια | χαλαζασφάλειες |
| Κλητική | χαλαζασφάλεια | χαλαζασφάλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →