χαλαζοβρόχι
•
- το καιρικό φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται βροχόπτωση και χαλαζόπτωση συγχρόνως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλαζοβρόχι < χαλάζ(ι) -ο- βροχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλαζοβρόχι | χαλαζοβρόχια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χαλαζοβρόχι | χαλαζοβρόχια |
| Κλητική | χαλαζοβρόχι | χαλαζοβρόχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →