χαλαρά
•
- όχι σφιχτά Βικιλεξικό
- ο κόμπος ήταν δεμένος χαλαρά, γι' αυτό και λύθηκε
- χωρίς κάτι να είναι τεντωμένο Βικιλεξικό
- το ύφασμα έπεφτε χαλαρά πάνω στο έπιπλο
- χωρίς ένταση και κούραση, με αργούς ρυθμούς Βικιλεξικό
- στις διακοπές περάσαμε πολύ χαλαρά, μόνο μπάνιο, φαγητό και μπαράκια
- ως προτροπή σε κάποιον να χαλαρώσει, να μην αντιμετωπίζει κάποιο πράγμα με ένταση ή εκνευρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλαρά < χαλαρ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →