Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλαρώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
    • χαλάρωσε λίγο τη σέλα, γιατί θα σκάσει το άλογο
    • προσπάθησε να χαλαρώσεις τον καπετάνιο, γιατί θα μας πετάξει σε καμιά ξέρα
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  2. αμετάβατογίνομαι χαλαρός (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
    • δε χαλαρώνουν άλλο τα σχοινιά, γιατί έχουν έναν κόμπο ακριβώς εκεί που είναι δεμένα
    • το απόγευμα πίνω ένα τσάι για να χαλαρώσω

Ετυμολογία

χαλαρώνω < αρχαία ελληνική χαλαρόω, -ῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχαλαρώνωχαλαρώνειςχαλαρώνειχαλαρώνουμεχαλαρώνετεχαλαρώνουν / χαλαρώνουνε
Παρατατικόςχαλάρωναχαλάρωνεςχαλάρωνεχαλαρώναμεχαλαρώνατεχαλάρωναν / χαλαρώναν / χαλαρώνανε
Αόριστοςχαλάρωσαχαλάρωσεςχαλάρωσεχαλαρώσαμεχαλαρώσατεχαλάρωσαν / χαλαρώσαν / χαλαρώσανε
Μέλλονταςθα χαλαρώνω / θα χαλαρώσωθα χαλαρώνεις / θα χαλαρώσειςθα χαλαρώνει / θα χαλαρώσειθα χαλαρώνουμε / θα χαλαρώσουμεθα χαλαρώνετε / θα χαλαρώσετεθα χαλαρώνουν / θα χαλαρώνουνε / θα χαλαρώσουν / θα χαλαρώσουνε
Παρακείμενοςέχω χαλαρώσειέχεις χαλαρώσειέχει χαλαρώσειέχουμε χαλαρώσειέχετε χαλαρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χαλαρώσειείχες χαλαρώσειείχε χαλαρώσειείχαμε χαλαρώσει——
Υποτακτικήνα έχω χαλαρώσει / να χαλαρώνω / να χαλαρώσωνα έχεις χαλαρώσει / να χαλαρώνεις / να χαλαρώσειςνα έχει χαλαρώσει / να χαλαρώνει / να χαλαρώσεινα έχουμε χαλαρώσει / να χαλαρώνουμε / να χαλαρώσουμενα έχετε χαλαρώσει / να χαλαρώνετε / να χαλαρώσετενα χαλαρώνουν / να χαλαρώνουνε / να χαλαρώσουν / να χαλαρώσουνε
Προστακτική—χαλάρωνε / χαλάρωσε——χαλαρώνετε / χαλαρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →