χαλαρώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
- χαλάρωσε λίγο τη σέλα, γιατί θα σκάσει το άλογο
- προσπάθησε να χαλαρώσεις τον καπετάνιο, γιατί θα μας πετάξει σε καμιά ξέρα
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- αμετάβατογίνομαι χαλαρός (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
- δε χαλαρώνουν άλλο τα σχοινιά, γιατί έχουν έναν κόμπο ακριβώς εκεί που είναι δεμένα
- το απόγευμα πίνω ένα τσάι για να χαλαρώσω
Ετυμολογία
χαλαρώνω < αρχαία ελληνική χαλαρόω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλαρώνω | χαλαρώνεις | χαλαρώνει | χαλαρώνουμε | χαλαρώνετε | χαλαρώνουν / χαλαρώνουνε |
| Παρατατικός | χαλάρωνα | χαλάρωνες | χαλάρωνε | χαλαρώναμε | χαλαρώνατε | χαλάρωναν / χαλαρώναν / χαλαρώνανε |
| Αόριστος | χαλάρωσα | χαλάρωσες | χαλάρωσε | χαλαρώσαμε | χαλαρώσατε | χαλάρωσαν / χαλαρώσαν / χαλαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα χαλαρώνω / θα χαλαρώσω | θα χαλαρώνεις / θα χαλαρώσεις | θα χαλαρώνει / θα χαλαρώσει | θα χαλαρώνουμε / θα χαλαρώσουμε | θα χαλαρώνετε / θα χαλαρώσετε | θα χαλαρώνουν / θα χαλαρώνουνε / θα χαλαρώσουν / θα χαλαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαλαρώσει | έχεις χαλαρώσει | έχει χαλαρώσει | έχουμε χαλαρώσει | έχετε χαλαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαλαρώσει | είχες χαλαρώσει | είχε χαλαρώσει | είχαμε χαλαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαλαρώσει / να χαλαρώνω / να χαλαρώσω | να έχεις χαλαρώσει / να χαλαρώνεις / να χαλαρώσεις | να έχει χαλαρώσει / να χαλαρώνει / να χαλαρώσει | να έχουμε χαλαρώσει / να χαλαρώνουμε / να χαλαρώσουμε | να έχετε χαλαρώσει / να χαλαρώνετε / να χαλαρώσετε | να χαλαρώνουν / να χαλαρώνουνε / να χαλαρώσουν / να χαλαρώσουνε |
| Προστακτική | — | χαλάρωνε / χαλάρωσε | — | — | χαλαρώνετε / χαλαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →