χαλβαδιάζω
•
- κοιτάζω, παρατηρώ κάτι που το θέλω πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλβαδιάζω < χαλβάς (πληθυντικός χαλβάδες) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλβαδιάζω | χαλβαδιάζεις | χαλβαδιάζει | χαλβαδιάζουμε | χαλβαδιάζετε | χαλβαδιάζουν / χαλβαδιάζουνε |
| Παρατατικός | χαλβάδιαζα | χαλβάδιαζες | χαλβάδιαζε | χαλβαδιάζαμε | χαλβαδιάζατε | χαλβάδιαζαν / χαλβαδιάζαν / χαλβαδιάζανε |
| Αόριστος | χαλβάδιασα | χαλβάδιασες | χαλβάδιασε | χαλβαδιάσαμε | χαλβαδιάσατε | χαλβάδιασαν / χαλβαδιάσαν / χαλβαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα χαλβαδιάζω / θα χαλβαδιάσω | θα χαλβαδιάζεις / θα χαλβαδιάσεις | θα χαλβαδιάζει / θα χαλβαδιάσει | θα χαλβαδιάζουμε / θα χαλβαδιάσουμε | θα χαλβαδιάζετε / θα χαλβαδιάσετε | θα χαλβαδιάζουν / θα χαλβαδιάζουνε / θα χαλβαδιάσουν / θα χαλβαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαλβαδιάσει | έχεις χαλβαδιάσει | έχει χαλβαδιάσει | έχουμε χαλβαδιάσει | έχετε χαλβαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαλβαδιάσει | είχες χαλβαδιάσει | είχε χαλβαδιάσει | είχαμε χαλβαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαλβαδιάσει / να χαλβαδιάζω / να χαλβαδιάσω | να έχεις χαλβαδιάσει / να χαλβαδιάζεις / να χαλβαδιάσεις | να έχει χαλβαδιάσει / να χαλβαδιάζει / να χαλβαδιάσει | να έχουμε χαλβαδιάσει / να χαλβαδιάζουμε / να χαλβαδιάσουμε | να έχετε χαλβαδιάσει / να χαλβαδιάζετε / να χαλβαδιάσετε | να χαλβαδιάζουν / να χαλβαδιάζουνε / να χαλβαδιάσουν / να χαλβαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | χαλβάδιαζε / χαλβάδιασε | — | — | χαλβαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαλβαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →