χαλβαδοποιός
•
- επάγγελμαο επαγγελματίας που φτιάχνει χαλβά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλβαδοποιός < χαλβάδ(ων) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλβαδοποιός | χαλβαδοποιοί |
| Γενική | χαλβαδοποιού | χαλβαδοποιών |
| Αιτιατική | χαλβαδοποιό | χαλβαδοποιούς |
| Κλητική | χαλβαδοποιέ | χαλβαδοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →