χαλικοδόμος
•
- είδος μέλισσας, με μαύρο χρώμα, με πιο γνωστή του είδους των χαλικοδόμων, την χαλικοδόμο των τοίχων (chalicodomus muraria), που δομεί τη φωλιά της συχνά από λάσπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλικοδόμος < chalicodomus (και πλ. chalicodoma) < αρχαία ελληνική χάλιξ και δόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλικοδόμος | χαλικοδόμοι |
| Γενική | χαλικοδόμου | χαλικοδόμων |
| Αιτιατική | χαλικοδόμο | χαλικοδόμους |
| Κλητική | χαλικοδόμε | χαλικοδόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →