χαλινάρι
•
- τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στο κεφάλι και το στόμα του αλόγου ή του γαϊδουριού προκειμένου να βοηθούν τον αναβάτη με λουριά να κατευθύνει το ζώο Βικιλεξικό
- Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
- μεταφορικάο έλεγχος και η συγκράτηση των ορμών, των παθών, των ενστίκτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλινάρι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χαλινάριον < υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική χαλινός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλινάρι | χαλινάρια |
| Γενική | χαλιναριού | χαλιναριών |
| Αιτιατική | χαλινάρι | χαλινάρια |
| Κλητική | χαλινάρι | χαλινάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →