χαλκαδάκι
•
- ο μικρός χαλκάς, ο κρίκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλκαδάκι < χαλκάς, χαλκάδ(ες) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλκαδάκι | χαλκαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χαλκαδάκι | χαλκαδάκια |
| Κλητική | χαλκαδάκι | χαλκαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →