Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλκογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη χαλκογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαλκογραφικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλκογραφικόςχαλκογραφικήχαλκογραφικό
Γενικήχαλκογραφικούχαλκογραφικήςχαλκογραφικού
Αιτιατικήχαλκογραφικόχαλκογραφικήχαλκογραφικό
Κλητικήχαλκογραφικέχαλκογραφικήχαλκογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαλκογραφικοίχαλκογραφικέςχαλκογραφικά
Γενικήχαλκογραφικώνχαλκογραφικώνχαλκογραφικών
Αιτιατικήχαλκογραφικούςχαλκογραφικέςχαλκογραφικά
Κλητικήχαλκογραφικοίχαλκογραφικέςχαλκογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →