χαλκογραφώ
•
- δημιουργώ χαλκογραφία, χαράσσω εικόνα σε χάλκινη πλάκα για δημιουργία χαλκογραφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλκογραφώ < χαλκογραφία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλκογραφώ | χαλκογραφείς | χαλκογραφεί | χαλκογραφούμε | χαλκογραφείτε | χαλκογραφούν / χαλκογραφούνε |
| Παρατατικός | χαλκογραφούσα | χαλκογραφούσες | χαλκογραφούσε | χαλκογραφούσαμε | χαλκογραφούσατε | χαλκογραφούσαν / χαλκογραφούσανε |
| Αόριστος | χαλκογράφησα | χαλκογράφησες | χαλκογράφησε | χαλκογραφήσαμε | χαλκογραφήσατε | χαλκογράφησαν / χαλκογραφήσαν / χαλκογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα χαλκογραφήσω / θα χαλκογραφώ | θα χαλκογραφήσεις / θα χαλκογραφείς | θα χαλκογραφήσει / θα χαλκογραφεί | θα χαλκογραφήσουμε / θα χαλκογραφούμε | θα χαλκογραφήσετε / θα χαλκογραφείτε | θα χαλκογραφήσουν / θα χαλκογραφήσουνε / θα χαλκογραφούν / θα χαλκογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω χαλκογραφήσει | έχεις χαλκογραφήσει | έχει χαλκογραφήσει | έχουμε χαλκογραφήσει | έχετε χαλκογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαλκογραφήσει | είχες χαλκογραφήσει | είχε χαλκογραφήσει | είχαμε χαλκογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαλκογραφήσει / να χαλκογραφήσω / να χαλκογραφώ | να έχεις χαλκογραφήσει / να χαλκογραφήσεις / να χαλκογραφείς | να έχει χαλκογραφήσει / να χαλκογραφήσει / να χαλκογραφεί | να έχουμε χαλκογραφήσει / να χαλκογραφήσουμε / να χαλκογραφούμε | να έχετε χαλκογραφήσει / να χαλκογραφήσετε / να χαλκογραφείτε | να χαλκογραφήσουν / να χαλκογραφήσουνε / να χαλκογραφούν / να χαλκογραφούνε |
| Προστακτική | — | χαλκογράφει / χαλκογράφησε | — | — | χαλκογραφήστε / χαλκογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →