χαλκονόμισμα
•
- νόμισμαχάλκινο νόμισμα Βικιλεξικό
- Ὁ ἔπαρχος ἔδωκε μίαν δεκάραν εἰς τὴν μάντιδα. Ἔλαβεν αὐτὴ τὸ χαλκονόμισμα καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν κόλπον της.
Ετυμολογία
χαλκονόμισμα < χαλκ(ός) + -ο- + νόμισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλκονόμισμα | χαλκονομίσματα |
| Γενική | χαλκονομίσματος | χαλκονομισμάτων |
| Αιτιατική | χαλκονόμισμα | χαλκονομίσματα |
| Κλητική | χαλκονόμισμα | χαλκονομίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →