χαλκοπωλείο
•
- κατάστημα που ειδικεύεται σην πώληση χάλκινων προϊόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλκοπωλείο < χαλκός + -πωλείο < χαλκοπώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλκοπωλείο | χαλκοπωλεία |
| Γενική | χαλκοπωλείου | χαλκοπωλείων |
| Αιτιατική | χαλκοπωλείο | χαλκοπωλεία |
| Κλητική | χαλκοπωλείο | χαλκοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →