χαλκοστρωμένος
•
- δρόμος σε περιοχή πλούσια σε κοιτάσματα χαλκού (μία από τις αποδόσεις του χαλκόπους σε αρχαία κείμενα) Βικιλεξικό
- για δάπεδο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με επίστρωση χαλκού Βικιλεξικό
- το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχε διακόσμηση με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο το δάπεδό του
- που μοιάζει να είναι στρωμένο με χαλκό, που έχει τη χαρακτηριστική θαμπή, κιτρινοπράσινη λάμψη Βικιλεξικό
- Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ' άγιαζε τα νερά του (Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Θείον Όραμα")
Ετυμολογία
χαλκοστρωμένος < χαλκός και στρωμένος, σχηματίστηκε (κατ' αναλογία προς το ασφαλτοστρωμένος) για να αποδόσει την αρχαία ελληνική χαλκόπους σε ό,τι αφορά έδαφος ή επίστρωση μετάλλου σε επιφάνεια, σαν συμπληρωματικό του επιχαλκωμένος εκεί όπου δεν υπήρχε επακριβώς η διαδικασία της επιχάλκωσης ή εκεί όπου η επιφάνεια ήταν σχετικά μεγάλη
Άλλοι τύποι
χαλκοστρωμέναχαλκοστρωμένεχαλκοστρωμένεςχαλκοστρωμένηχαλκοστρωμένηςχαλκοστρωμένοχαλκοστρωμένοιχαλκοστρωμένοςχαλκοστρωμένουχαλκοστρωμένουςχαλκοστρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →