Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλκοστρωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. δρόμος σε περιοχή πλούσια σε κοιτάσματα χαλκού (μία από τις αποδόσεις του χαλκόπους σε αρχαία κείμενα) Βικιλεξικό
  2. για δάπεδο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με επίστρωση χαλκού Βικιλεξικό
    • το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχε διακόσμηση με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο το δάπεδό του
  3. που μοιάζει να είναι στρωμένο με χαλκό, που έχει τη χαρακτηριστική θαμπή, κιτρινοπράσινη λάμψη Βικιλεξικό
    • Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ' άγιαζε τα νερά του (Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Θείον Όραμα")

Ετυμολογία

χαλκοστρωμένος < χαλκός και στρωμένος, σχηματίστηκε (κατ' αναλογία προς το ασφαλτοστρωμένος) για να αποδόσει την αρχαία ελληνική χαλκόπους σε ό,τι αφορά έδαφος ή επίστρωση μετάλλου σε επιφάνεια, σαν συμπληρωματικό του επιχαλκωμένος εκεί όπου δεν υπήρχε επακριβώς η διαδικασία της επιχάλκωσης ή εκεί όπου η επιφάνεια ήταν σχετικά μεγάλη

Άλλοι τύποι

χαλκοστρωμέναχαλκοστρωμένεχαλκοστρωμένεςχαλκοστρωμένηχαλκοστρωμένηςχαλκοστρωμένοχαλκοστρωμένοιχαλκοστρωμένοςχαλκοστρωμένουχαλκοστρωμένουςχαλκοστρωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →