χαλούμι
•
- τυρίπαραδοσιακό τυρί της Κύπρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλούμι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαλούμι(ο)ν < πιθανόν αραβικής προέλευσης (حلوم (khallum) Δείτε και την ετυμολογία της αγγλικής halloumi στο αγγλικό Βικιλεξικό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλούμι | χαλούμια |
| Γενική | χαλουμιού | χαλουμιών |
| Αιτιατική | χαλούμι | χαλούμια |
| Κλητική | χαλούμι | χαλούμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →