χαλυβοποιώ
•
- χαλυβδώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλυβοποιώ < χάλυβας + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλυβοποιώ | χαλυβοποιείς | χαλυβοποιεί | χαλυβοποιούμε | χαλυβοποιείτε | χαλυβοποιούν / χαλυβοποιούνε |
| Παρατατικός | χαλυβοποιούσα | χαλυβοποιούσες | χαλυβοποιούσε | χαλυβοποιούσαμε | χαλυβοποιούσατε | χαλυβοποιούσαν / χαλυβοποιούσανε |
| Αόριστος | χαλυβοποίησα | χαλυβοποίησες | χαλυβοποίησε | χαλυβοποιήσαμε | χαλυβοποιήσατε | χαλυβοποίησαν / χαλυβοποιήσαν / χαλυβοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα χαλυβοποιήσω / θα χαλυβοποιώ | θα χαλυβοποιήσεις / θα χαλυβοποιείς | θα χαλυβοποιήσει / θα χαλυβοποιεί | θα χαλυβοποιήσουμε / θα χαλυβοποιούμε | θα χαλυβοποιήσετε / θα χαλυβοποιείτε | θα χαλυβοποιήσουν / θα χαλυβοποιήσουνε / θα χαλυβοποιούν / θα χαλυβοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω χαλυβοποιήσει | έχεις χαλυβοποιήσει | έχει χαλυβοποιήσει | έχουμε χαλυβοποιήσει | έχετε χαλυβοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαλυβοποιήσει | είχες χαλυβοποιήσει | είχε χαλυβοποιήσει | είχαμε χαλυβοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιήσω / να χαλυβοποιώ | να έχεις χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιήσεις / να χαλυβοποιείς | να έχει χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιεί | να έχουμε χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιήσουμε / να χαλυβοποιούμε | να έχετε χαλυβοποιήσει / να χαλυβοποιήσετε / να χαλυβοποιείτε | να χαλυβοποιήσουν / να χαλυβοποιήσουνε / να χαλυβοποιούν / να χαλυβοποιούνε |
| Προστακτική | — | χαλυβοποίει / χαλυβοποίησε | — | — | χαλυβοποιήστε / χαλυβοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →