χαλυβουργείο
•
- βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας του χάλυβα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλυβουργείο < χάλυβ(ας) + -ουργείο (< έργο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλυβουργείο | χαλυβουργεία |
| Γενική | χαλυβουργείου | χαλυβουργείων |
| Αιτιατική | χαλυβουργείο | χαλυβουργεία |
| Κλητική | χαλυβουργείο | χαλυβουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →