χαμένος
•
- συνήθως έναρθροπου έχει χάσει, που έχει ηττηθεί Βικιλεξικό
- που απειλείται με θάνατο ή σοβαρή βλάβη Βικιλεξικό
- αν μαθευτούν οι παρανομίες του, είναι χαμένος
- που έχει χαθεί, που δεν ξέρουμε πού βρίσκεται και δεν μπορούμε να τον βρούμε Βικιλεξικό
- που έχει χαθεί, που δεν μπορεί να βρει το δρόμο του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν επικοινωνεί με τον έξω κόσμο Βικιλεξικό
- είναι χαμένος στις σκέψεις του
- (ειρωνικά) είναι χαμένος στο διάστημα
Ετυμολογία
χαμένος, μετοχή παρακειμένου του χάνομαι
Άλλοι τύποι
χαμέναχαμένεχαμένεςχαμένηχαμένηςχαμένοχαμένοιχαμένοςχαμένουχαμένουςχαμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →