χαμαί
•
- με κίνησηκάτω, καταγής Βικιλεξικό
- Ρίξ' το χάμαι! — κρητική διάλεκτος: ρίξ' το κάτω
- Θα τόνε πατήξω χάμαι! — κρητική διάλεκτος: θα τον σπάσω στο ξύλο
- χωρίς κίνησηεπί του εδάφους, στο χώμα, στο δάπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμαί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαμαί < αρχαία ελληνική χαμαί.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →