χαμαλοδουλειά
•
- βαριά, χαμηλά αμειβόμενη εργασία που θεωρείται και υποτιμητική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμαλοδουλειά < χαμάλης + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμαλοδουλειά | χαμαλοδουλειές |
| Γενική | χαμαλοδουλειάς | χαμαλοδουλειών |
| Αιτιατική | χαμαλοδουλειά | χαμαλοδουλειές |
| Κλητική | χαμαλοδουλειά | χαμαλοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →