χαμαμτζής
•
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης ή ο εργαζόμενος σε χαμάμ Βικιλεξικό
- Το κτίσμα ήταν του δέκατου έκτου αιώνα και ο χαμαμτζής ίδιος αρκούδα τόσο σε όγκο όσο και σε τρίχα. (*)
Ετυμολογία
χαμαμτζής < τουρκική hamamcı < hamam (χαμάμ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμαμτζής | χαμαμτζήδες |
| Γενική | χαμαμτζή | χαμαμτζήδων |
| Αιτιατική | χαμαμτζή | χαμαμτζήδες |
| Κλητική | χαμαμτζή | χαμαμτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →