Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμερπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ποταπός, τιποτένιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαμερπής < αρχαία ελληνική χαμερπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαμερπήςχαμερπήςχαμερπές
Γενικήχαμερπούςχαμερπούςχαμερπούς
Αιτιατικήχαμερπήχαμερπήχαμερπές
Κλητικήχαμερπή / χαμερπήςχαμερπήςχαμερπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαμερπείςχαμερπείςχαμερπή
Γενικήχαμερπώνχαμερπώνχαμερπών
Αιτιατικήχαμερπείςχαμερπείςχαμερπή
Κλητικήχαμερπείςχαμερπείςχαμερπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →