χαμηλοβλέφαρος
•
- που έχει μισόκλειστα τα βλέφαρα Βικιλεξικό
- που κοιτάει, χαμηλά Βικιλεξικό
- συνώνυμο του ντροπαλός, χαμηλοθώρης και θηλυκό χαμηλοβλεπούσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμηλοβλέφαρος < χαμηλο- + βλέφαρ(ο) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοβλέφαρος | χαμηλοβλέφαρη | χαμηλοβλέφαρο |
| Γενική | χαμηλοβλέφαρου | χαμηλοβλέφαρης | χαμηλοβλέφαρου |
| Αιτιατική | χαμηλοβλέφαρο | χαμηλοβλέφαρη | χαμηλοβλέφαρο |
| Κλητική | χαμηλοβλέφαρε | χαμηλοβλέφαρη | χαμηλοβλέφαρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοβλέφαροι | χαμηλοβλέφαρες | χαμηλοβλέφαρα |
| Γενική | χαμηλοβλέφαρων | χαμηλοβλέφαρων | χαμηλοβλέφαρων |
| Αιτιατική | χαμηλοβλέφαρους | χαμηλοβλέφαρες | χαμηλοβλέφαρα |
| Κλητική | χαμηλοβλέφαροι | χαμηλοβλέφαρες | χαμηλοβλέφαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →