Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμηλοβλεπούσα

/xa.mi.lo.vleˈpu.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάγια γυναίκα που χαμηλώνει το βλέμμα, κοιτά χαμηλά Βικιλεξικό
    • αντίστοιχο για άντρες: χαμηλοθώρης
  2. προσωνυμίατης Θεοτόκου: Χαμηλοβλεπούσα Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόγυναίκα σεμνότυφη που κοιτά χαμηλά και είναι ή παριστάνει την ντροπαλή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαμηλοβλεπούσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαμηλοβλεποῦσα. Μορφολογικά, χαμηλο- + βλέπ(ω) + -ούσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαμηλοβλεπούσαχαμηλοβλεπούσες
Γενικήχαμηλοβλεπούσας—
Αιτιατικήχαμηλοβλεπούσαχαμηλοβλεπούσες
Κλητικήχαμηλοβλεπούσαχαμηλοβλεπούσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Χαμηλοβλεπούσα

/xa.mi.lo.vleˈpu.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προσωνυμία της Θεοτόκου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Χαμηλοβλεπούσα < → δείτε τη λέξη χαμηλοβλεπούσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΧαμηλοβλεπούσα—
ΓενικήΧαμηλοβλεπούσας—
ΑιτιατικήΧαμηλοβλεπούσα—
ΚλητικήΧαμηλοβλεπούσα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →