χαμηλοβλεπούσα
•
- κυριολεκτικάγια γυναίκα που χαμηλώνει το βλέμμα, κοιτά χαμηλά Βικιλεξικό
- αντίστοιχο για άντρες: χαμηλοθώρης
- προσωνυμίατης Θεοτόκου: Χαμηλοβλεπούσα Βικιλεξικό
- ειρωνικόγυναίκα σεμνότυφη που κοιτά χαμηλά και είναι ή παριστάνει την ντροπαλή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμηλοβλεπούσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαμηλοβλεποῦσα. Μορφολογικά, χαμηλο- + βλέπ(ω) + -ούσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοβλεπούσα | χαμηλοβλεπούσες |
| Γενική | χαμηλοβλεπούσας | — |
| Αιτιατική | χαμηλοβλεπούσα | χαμηλοβλεπούσες |
| Κλητική | χαμηλοβλεπούσα | χαμηλοβλεπούσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →