χαμηλοθώρα
•
- θηλυκό του χαμηλοθώρης Βικιλεξικό
- Ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ διαβαίνῃ χαμηλόθωρα, λεβεντοπερπάτητη μὲ στήθη μεστωμένα καὶ τὰ μαλλιὰ ἀνεμιστὰ στὶς πλάτες, ποθοῦσα νὰ κολλήσω ἀπάνω της.
Ετυμολογία
χαμηλοθώρα < χαμηλοθώρ(ης) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοθώρα | χαμηλοθώρες |
| Γενική | χαμηλοθώρας | — |
| Αιτιατική | χαμηλοθώρα | χαμηλοθώρες |
| Κλητική | χαμηλοθώρα | χαμηλοθώρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →