Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμηλοθώρα

/xa.mi.loˈθo.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του χαμηλοθώρης Βικιλεξικό
    • Ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ διαβαίνῃ χαμηλόθωρα, λεβεντοπερπάτητη μὲ στήθη μεστωμένα καὶ τὰ μαλλιὰ ἀνεμιστὰ στὶς πλάτες, ποθοῦσα νὰ κολλήσω ἀπάνω της.

Ετυμολογία

χαμηλοθώρα < χαμηλοθώρ(ης) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαμηλοθώραχαμηλοθώρες
Γενικήχαμηλοθώρας—
Αιτιατικήχαμηλοθώραχαμηλοθώρες
Κλητικήχαμηλοθώραχαμηλοθώρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →