χαμηλοθώρης
•
- που κοιτάει χαμηλά Βικιλεξικό
- ντροπαλός Βικιλεξικό
- ύπουλος, δόλιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμηλοθώρης < χαμηλο- + θωρ(ώ) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοθώρης | χαμηλοθώρηδες |
| Γενική | χαμηλοθώρη | χαμηλοθώρηδων |
| Αιτιατική | χαμηλοθώρη | χαμηλοθώρηδες |
| Κλητική | χαμηλοθώρη | χαμηλοθώρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →