χαμηλοστήθης
•
- για άντρα που το στήθος του είναι παχύ, χαλαρό, πεσμένο χαμηλά Βικιλεξικό
- (από το πρωτότυπο κείμενο) ένας χοντρός χαμηλοστήθης, γαλλικό κείμενο: un gros bas de poitrine.
- ευφημισμός για το χοντρός Βικιλεξικό
- Δεν είμαι χοντρός, ρε συ Κωστή, χαμηλοστήθης είμαι. *** Πάει, χάζεψε ο Κωστής, βλέπει χοντρούς εκεί που δεν υπάρχουν (Σαββατιάτικα – Τα δημοσκοπικώς μπερδεμένα! Ιούνιος 29, 2019)
Ετυμολογία
χαμηλοστήθης < χαμηλο- + στήθ(ος) + -ης (κατά το χαμηλοκώλης) ή *χαμηλόστηθ(ος) (επίθετο κατά το ορθόστηθος) + -ης : Μεταφραστική λεξιπλασία στη μετάφραση (1979) από τα γαλλικά του Αργύρη Χιόνη για το Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Aγώνες (Astérix aux jeux olympiques) Δείτε το παράθεμα και τις Σημειώσεις συντακτών.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλοστήθης | χαμηλοστήθηδες |
| Γενική | χαμηλοστήθη | χαμηλοστήθηδων |
| Αιτιατική | χαμηλοστήθη | χαμηλοστήθηδες |
| Κλητική | χαμηλοστήθη | χαμηλοστήθηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →