χαμηλόβαθμος
•
- που έχει χαμηλούς βαθμούς σε αξιολόγηση σχολική Βικιλεξικό
- που φέρει χαμηλό βαθμό σε στρατιωτικής δομής υπηρεσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια στέλεχος (οργάνωσης, υπηρεσίας, εταιρείας, κόμματος) που δεν είναι σημαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμηλόβαθμος < χαμηλό- + βαθμ(ός) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόβαθμος | χαμηλόβαθμη | χαμηλόβαθμο |
| Γενική | χαμηλόβαθμου | χαμηλόβαθμης | χαμηλόβαθμου |
| Αιτιατική | χαμηλόβαθμο | χαμηλόβαθμη | χαμηλόβαθμο |
| Κλητική | χαμηλόβαθμε | χαμηλόβαθμη | χαμηλόβαθμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόβαθμοι | χαμηλόβαθμες | χαμηλόβαθμα |
| Γενική | χαμηλόβαθμων | χαμηλόβαθμων | χαμηλόβαθμων |
| Αιτιατική | χαμηλόβαθμους | χαμηλόβαθμες | χαμηλόβαθμα |
| Κλητική | χαμηλόβαθμοι | χαμηλόβαθμες | χαμηλόβαθμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →