χαμηλόμισθος
•
- που παίρνει χαμηλό μισθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμηλόμισθος < χαμηλό- + μισθ(ός) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόμισθος | χαμηλόμισθη | χαμηλόμισθο |
| Γενική | χαμηλόμισθου | χαμηλόμισθης | χαμηλόμισθου |
| Αιτιατική | χαμηλόμισθο | χαμηλόμισθη | χαμηλόμισθο |
| Κλητική | χαμηλόμισθε | χαμηλόμισθη | χαμηλόμισθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόμισθοι | χαμηλόμισθες | χαμηλόμισθα |
| Γενική | χαμηλόμισθων | χαμηλόμισθων | χαμηλόμισθων |
| Αιτιατική | χαμηλόμισθους | χαμηλόμισθες | χαμηλόμισθα |
| Κλητική | χαμηλόμισθοι | χαμηλόμισθες | χαμηλόμισθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →