χαμηλόφωνος
•
- για άνθρωποπου μιλάει με χαμηλή φωνή Βικιλεξικό
- για λόγοπου εκφέρεται με χαμηλή φωνή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου εκφράζεται διακριτικά, που δεν έχει ύφος μεγαλοπρεπές, πομπώδες ή περισπούδαστο Βικιλεξικό
- η χαμηλόφωνη ποίηση των συμβολιστών
Ετυμολογία
χαμηλόφωνος < χαμηλό- + -φωνος < χαμηλός, φωνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόφωνος | χαμηλόφωνη | χαμηλόφωνο |
| Γενική | χαμηλόφωνου | χαμηλόφωνης | χαμηλόφωνου |
| Αιτιατική | χαμηλόφωνο | χαμηλόφωνη | χαμηλόφωνο |
| Κλητική | χαμηλόφωνε | χαμηλόφωνη | χαμηλόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμηλόφωνοι | χαμηλόφωνες | χαμηλόφωνα |
| Γενική | χαμηλόφωνων | χαμηλόφωνων | χαμηλόφωνων |
| Αιτιατική | χαμηλόφωνους | χαμηλόφωνες | χαμηλόφωνα |
| Κλητική | χαμηλόφωνοι | χαμηλόφωνες | χαμηλόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →