χαμπαριάζω
•
- καταλαβαίνω, κατανοώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηέχω γνώση, γνωρίζω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφοβάμαι Βικιλεξικό
- δεν χαμπαριάζει τίποτε αυτός
Ετυμολογία
χαμπαριάζω < χαμπάρι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαμπαριάζω | χαμπαριάζεις | χαμπαριάζει | χαμπαριάζουμε | χαμπαριάζετε | χαμπαριάζουν / χαμπαριάζουνε |
| Παρατατικός | χαμπάριαζα | χαμπάριαζες | χαμπάριαζε | χαμπαριάζαμε | χαμπαριάζατε | χαμπάριαζαν / χαμπαριάζαν / χαμπαριάζανε |
| Αόριστος | χαμπάριασα | χαμπάριασες | χαμπάριασε | χαμπαριάσαμε | χαμπαριάσατε | χαμπάριασαν / χαμπαριάσαν / χαμπαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα χαμπαριάζω / θα χαμπαριάσω | θα χαμπαριάζεις / θα χαμπαριάσεις | θα χαμπαριάζει / θα χαμπαριάσει | θα χαμπαριάζουμε / θα χαμπαριάσουμε | θα χαμπαριάζετε / θα χαμπαριάσετε | θα χαμπαριάζουν / θα χαμπαριάζουνε / θα χαμπαριάσουν / θα χαμπαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαμπαριάσει | έχεις χαμπαριάσει | έχει χαμπαριάσει | έχουμε χαμπαριάσει | έχετε χαμπαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαμπαριάσει | είχες χαμπαριάσει | είχε χαμπαριάσει | είχαμε χαμπαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαμπαριάσει / να χαμπαριάζω / να χαμπαριάσω | να έχεις χαμπαριάσει / να χαμπαριάζεις / να χαμπαριάσεις | να έχει χαμπαριάσει / να χαμπαριάζει / να χαμπαριάσει | να έχουμε χαμπαριάσει / να χαμπαριάζουμε / να χαμπαριάσουμε | να έχετε χαμπαριάσει / να χαμπαριάζετε / να χαμπαριάσετε | να χαμπαριάζουν / να χαμπαριάζουνε / να χαμπαριάσουν / να χαμπαριάσουνε |
| Προστακτική | — | χαμπάριαζε / χαμπάριασε | — | — | χαμπαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαμπαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →