Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμσίνι

/xamˈsi.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άνεμοςτο χαμσίν Βικιλεξικό
    • Και η σκέψη μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν θολή, ξαφνικά καθάρισε, σαν να φύσηξε ένα δυνατό χαμσίνι, σαν αυτά που έκαναν τη ζωή μου δύσκολη στην έρημο, και να 'διωξε τα σύννεφα που τη σκοτείνιαζαν. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος 2005)
    • Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
    • Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)

Ετυμολογία

χαμσίνι < (άμεσο δάνειο) αραβική خمسين (khamsin) (πενήντα, αλλά και o άνεμος της παραδοσιακής περιόδου των πενήντα ημερών μετά τον χειμώνα και πριν το καλοκαίρι - δες και τουρκική λέξη hamsin) ή από τη γαλλική khamsin + -ι για προσαρμογή σε κλίση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαμσίνιχαμσίνια
Γενικήχαμσινιούχαμσινιών
Αιτιατικήχαμσίνιχαμσίνια
Κλητικήχαμσίνιχαμσίνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →