χαμός
•
- χάσιμο, απώλεια Βικιλεξικό
- ειδικότεραο θάνατος Βικιλεξικό
- ο πρόσφατος χαμός του γιου τους προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση
- οικείοφασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα Βικιλεξικό
- στο σπίτι του επικρατούσε πάντα ένας χαμός
- πήγα τους βαθμούς στο σπίτι και έγινε χαμός
Ετυμολογία
χαμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμός | χαμοί |
| Γενική | χαμού | χαμών |
| Αιτιατική | χαμό | χαμούς |
| Κλητική | χαμέ | χαμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →