Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χάσιμο, απώλεια Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο θάνατος Βικιλεξικό
    • ο πρόσφατος χαμός του γιου τους προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση
  3. οικείοφασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα Βικιλεξικό
    • στο σπίτι του επικρατούσε πάντα ένας χαμός
    • πήγα τους βαθμούς στο σπίτι και έγινε χαμός

Ετυμολογία

χαμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαμόςχαμοί
Γενικήχαμούχαμών
Αιτιατικήχαμόχαμούς
Κλητικήχαμέχαμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →