Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χανιτζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ιδιοκτήτης ενός χανιού· ο πανδοχέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χανιτζής < χάνι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχανιτζήςχανιτζήδες
Γενικήχανιτζήχανιτζήδων
Αιτιατικήχανιτζήχανιτζήδες
Κλητικήχανιτζήχανιτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →