χανιτζής
•
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης ενός χανιού· ο πανδοχέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χανιτζής < χάνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χανιτζής | χανιτζήδες |
| Γενική | χανιτζή | χανιτζήδων |
| Αιτιατική | χανιτζή | χανιτζήδες |
| Κλητική | χανιτζή | χανιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →