χαντράρω
•
- περνώ χάντρες (πχ. σε σχοινί, νήμα, κλωστή, αλυσίδα κτλ.) Βικιλεξικό
- διακοσμώ με χάντρες Βικιλεξικό
- διατρυπώ βώλους για να γίνουν χάντρες, χαντροποιώ, χανδροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →