Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το χάος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. φυσικήπου έχει σχέση με το χάος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαλλοπρόσαλλος, απρόβλεπτος, συγκεχυμένος Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: χαώδης
  4. μεταφορικάπολύ μεγάλος, τεράστιος, αχανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαοτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική chaotic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chaotique < αρχαία ελληνική χάος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαοτικόςχαοτικήχαοτικό
Γενικήχαοτικούχαοτικήςχαοτικού
Αιτιατικήχαοτικόχαοτικήχαοτικό
Κλητικήχαοτικέχαοτικήχαοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαοτικοίχαοτικέςχαοτικά
Γενικήχαοτικώνχαοτικώνχαοτικών
Αιτιατικήχαοτικούςχαοτικέςχαοτικά
Κλητικήχαοτικοίχαοτικέςχαοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →