χαοτικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το χάος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- φυσικήπου έχει σχέση με το χάος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλλοπρόσαλλος, απρόβλεπτος, συγκεχυμένος Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: χαώδης
- μεταφορικάπολύ μεγάλος, τεράστιος, αχανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαοτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική chaotic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chaotique < αρχαία ελληνική χάος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαοτικός | χαοτική | χαοτικό |
| Γενική | χαοτικού | χαοτικής | χαοτικού |
| Αιτιατική | χαοτικό | χαοτική | χαοτικό |
| Κλητική | χαοτικέ | χαοτική | χαοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαοτικοί | χαοτικές | χαοτικά |
| Γενική | χαοτικών | χαοτικών | χαοτικών |
| Αιτιατική | χαοτικούς | χαοτικές | χαοτικά |
| Κλητική | χαοτικοί | χαοτικές | χαοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →