χαρά και αγαλλίαση
•
- έκφραση η οποία δηλώνει με έμφαση την ευχαρίστηση και τη χαρά που προκαλεί ένα γεγονός Βικιλεξικό
- το ίδιο θα ένιωθαν και οι μανάδες στα γειτονικά χωριά της Βηθλεέμ που γλίτωσαν από το μένος του άρρωστου άρχοντα, αλλά δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς, νιώθει άγρια χαρά και αγαλλίαση, γιατί τούτη τη φορά δεν είναι ο δικός της κόλπος αυτός που γέμισε με αίματα.
Ετυμολογία
χαρά και αγαλλίαση < → δείτε τις λέξεις χαρά και αγαλλίαση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →