Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαράδρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στενόμακρο άνοιγμα στη γη ανάμεσα σε δύο όρη καθώς (κατ’ επέκταση) η κοίτη χειμάρρου που ενίοτε βρίσκεται σ' αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο χώρισμα στα (γυναικεία) στήθη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαράδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαράδρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαράδραχαράδρες
Γενικήχαράδραςχαραδρών
Αιτιατικήχαράδραχαράδρες
Κλητικήχαράδραχαράδρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →