χαράδρα
•
- στενόμακρο άνοιγμα στη γη ανάμεσα σε δύο όρη καθώς (κατ’ επέκταση) η κοίτη χειμάρρου που ενίοτε βρίσκεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο χώρισμα στα (γυναικεία) στήθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαράδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαράδρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαράδρα | χαράδρες |
| Γενική | χαράδρας | χαραδρών |
| Αιτιατική | χαράδρα | χαράδρες |
| Κλητική | χαράδρα | χαράδρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →