Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαράκωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χάραξη γραμμών (με χάρακα) σε κάποια επιφάνεια (χαρτιού κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαράκωση < ελληνιστική κοινή χαράκωσις < αρχαία ελληνική χαρακόω / χαρακῶ < χάραξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαράκωσηχαρακώσεις
Γενικήχαράκωσηςχαρακώσεων
Αιτιατικήχαράκωσηχαρακώσεις
Κλητικήχαράκωσηχαρακώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →