χαρέμι
•
- η ομάδα των γυναικών που θεωρούνται σύζυγοι ενός μουσουλμάνου, ή άντρα σε κοινωνίες που δέχονταν την πολυγαμία Βικιλεξικό
- ο χώρος όπου ζουν οι γυναίκες αυτές Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι γυναίκες στη ζωή ενός άνδρα όταν αυτός έχει παράλληλες σχέσεις με πάνω από μία δύο γυναίκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρέμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حرم (τουρκική harem) + -ι < αραβική حرم (με προφορά ḥaram) < ρίζα ح ر م (σχέση με κάτι απαγορευμένο, ή άγιο ή αφορισμένο).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρέμι | χαρέμια |
| Γενική | χαρεμιού | χαρεμιών |
| Αιτιατική | χαρέμι | χαρέμια |
| Κλητική | χαρέμι | χαρέμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →