χαραγματιά
•
- το αποτέλεσμα του χαράζω, το σημάδι που δημιουργείται όταν χαράζουμε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- γιά νά γραπώσουν μέ τά νύχια τους κάποιο ποντικάκι πού εἶχε τήν ἀπερισκεψία νά ἐμφανιστεῖ ἀμέριμνο μέσα ἀπό κάποια χαραγματιά τῆς στέγης (Νέα Εστία, τεύχος 1775, 2005, σελ. 260)
Ετυμολογία
χαραγματιά < χάραγμα (πληθ. χαράγματ-α) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαραγματιά | χαραγματιές |
| Γενική | χαραγματιάς | χαραγματιών |
| Αιτιατική | χαραγματιά | χαραγματιές |
| Κλητική | χαραγματιά | χαραγματιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →