χαρακιά
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω καθώς και (κατ’ επέκταση) το σημάδι που μένει από τη σχετική ενέργεια Βικιλεξικό
- χτύπημα με κάποιο χάρακα Βικιλεξικό
- οικείορυτίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρακιά < χάρακ(ας) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρακιά | χαρακιές |
| Γενική | χαρακιάς | χαρακιών |
| Αιτιατική | χαρακιά | χαρακιές |
| Κλητική | χαρακιά | χαρακιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →