Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρακιά

/xa.ɾaˈca/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω καθώς και (κατ’ επέκταση) το σημάδι που μένει από τη σχετική ενέργεια Βικιλεξικό
  2. χτύπημα με κάποιο χάρακα Βικιλεξικό
  3. οικείορυτίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρακιά < χάρακ(ας) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρακιάχαρακιές
Γενικήχαρακιάςχαρακιών
Αιτιατικήχαρακιάχαρακιές
Κλητικήχαρακιάχαρακιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →