χαρακτηριστικό
•
- αυτό που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι· ιδιαίτερο ή κύριο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
- είναι χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου η ευγένεια
- κάποιο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
- τα γενικά χαρακτηριστικά ενός τραπεζιού είναι το σχήμα της επίπεδης επιφάνειας, ο αριθμός των στηριγμάτων που την υποβαστάζουν, το υλικό κατασκευής του κλπ.
- Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςκάτι που χαρακτηρίζει ένα αντικειμένου, το οποίο εκφράζεται με τις τιμές που λαμβάνουν μία ή περισσότερες μεταβλητές αντικειμένου (instance variable) και συνηθίζεται η διαχείρισή του να γίνεται με τα properties Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόχαρακτηριστικά ουδέτερο στον πληθυντικό οι λεπτομέρειες της φυσιογνωμίας κάποιου, του προσώπου του Βικιλεξικό
- ο πίνακας απεικόνιζε ρεαλιστικά τα ευγενικά χαρακτηριστικά της γυναίκας
Ετυμολογία
χαρακτηριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χαρακτηριστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρακτηριστικό | χαρακτηριστικά |
| Γενική | χαρακτηριστικού | χαρακτηριστικών |
| Αιτιατική | χαρακτηριστικό | χαρακτηριστικά |
| Κλητική | χαρακτηριστικό | χαρακτηριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →