Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρακτηριστικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι· ιδιαίτερο ή κύριο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
    • είναι χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου η ευγένεια
  2. κάποιο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
    • τα γενικά χαρακτηριστικά ενός τραπεζιού είναι το σχήμα της επίπεδης επιφάνειας, ο αριθμός των στηριγμάτων που την υποβαστάζουν, το υλικό κατασκευής του κλπ.
    • Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)
  3. αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςκάτι που χαρακτηρίζει ένα αντικειμένου, το οποίο εκφράζεται με τις τιμές που λαμβάνουν μία ή περισσότερες μεταβλητές αντικειμένου (instance variable) και συνηθίζεται η διαχείρισή του να γίνεται με τα properties Βικιλεξικό
  4. στον πληθυντικόχαρακτηριστικά ουδέτερο στον πληθυντικό οι λεπτομέρειες της φυσιογνωμίας κάποιου, του προσώπου του Βικιλεξικό
    • ο πίνακας απεικόνιζε ρεαλιστικά τα ευγενικά χαρακτηριστικά της γυναίκας

Ετυμολογία

χαρακτηριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χαρακτηριστικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρακτηριστικόχαρακτηριστικά
Γενικήχαρακτηριστικούχαρακτηριστικών
Αιτιατικήχαρακτηριστικόχαρακτηριστικά
Κλητικήχαρακτηριστικόχαρακτηριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →