Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρακτηριστικός

/xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)

Ετυμολογία

χαρακτηριστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαρακτηριστικός < χαρακτηρίζω, χαρακτηρισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρακτηριστικόςχαρακτηριστικήχαρακτηριστικό
Γενικήχαρακτηριστικούχαρακτηριστικήςχαρακτηριστικού
Αιτιατικήχαρακτηριστικόχαρακτηριστικήχαρακτηριστικό
Κλητικήχαρακτηριστικέχαρακτηριστικήχαρακτηριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρακτηριστικοίχαρακτηριστικέςχαρακτηριστικά
Γενικήχαρακτηριστικώνχαρακτηριστικώνχαρακτηριστικών
Αιτιατικήχαρακτηριστικούςχαρακτηριστικέςχαρακτηριστικά
Κλητικήχαρακτηριστικοίχαρακτηριστικέςχαρακτηριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →